Επικοινωνία

Θα χαρώ τα δικά σας σχόλια για τα γραφόμενα μου...
studio9@cytanet.com.cy

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Russian translation of the "General" story taken from my book

ГЕНЕРАЛ
ЯННОС ИОАННУ - author
translation from French to Russian by Татьяна Михайлова

Самая живописная улица в городе. Бедный квартал. Два десятка низеньких домов, полуобвалившихся, обшарпаных, прилепившихся друг к другу. Разделенных одной стеной, только стеной. Два параллельных ряда. Глаза в глаза.
После полудня улица оживлялась. Дети затевали игру, стучал мяч; соседки развешивали белье, потом гадали на кофейной гуще; кричал разносчик, расхваливая свой товар. По вечерам улица превращалась в кафе под открытым небом. Выносили столы, и ароматы блюд дразнили аппетит. У одних фасолевый суп, у других жареная рыба, а тут, напротив, бамия , бутылка ципуро и маленькая бутылочка узо .
Рабочие с фабрики, портовые грузчики, горничные из богатых домов, портнихи. Вся улица – как одна семья. Те же заботы и печали. Даже болезни те же. Стоит слечь одному, через неделю слягут все. Ничего не поделаешь, солидарность...
Только Генерал никогда не болел. Он вовсе не был генералом, но так уж его прозвали. Разве сыщешь генерала в подобном квартале? В войну он служил капралом. Потом вышел в отставку. В шестьдесят. С пенсией Министерства обороны. С ранением в спине.
Генерал не выносил столик во двор. Возле его дома совсем не было места. Он сидел среди своих цветов. Среди роз в жестяных горшках, цикламенов в потрескавшихся кувшинах, среди гортензий и ночных красавиц... Он их обожал. Он их поливал, он их опрыскивал и спасал от мячей, которые нет-нет да перелетали через забор. Таких мячей у него набралось уже штук двадцать. Он говорил мало, вернее, вообще не говорил. Кое-кто из соседей пробовал зайти к нему, предложить сигарету, но он выставил их вон. Та же участь постигла и соседок, пришедших угостить его своей стряпней. И этих он выставил. Весь день он качался в кресле, найденном на свалке, и любовно оглядывал свой сад.
Веревка, где сушилось белье, исчезла, вернее, ее убрали. Пришли служащие из мунципалитета. Длинный и узкий двор заполонили рабочие, бульдозеры, экскаваторы. Сновали грузовики, подвозя цемент и песок, гравий и кирпич... Городу требовалась дорога.
Улица негодовала. Пыль стояла столбом. Окно нельзя было открыть. Дома тонули в пыли, в криках рабочих, брани водителей бульдозеров и грузовиков. Делегация, посланная в мэрию, вернулась ни с чем. Надо строить дорогу. Район должен развиваться...
Теперь даже Генерал сидел по вечерам вместе со всеми и слушал жалобы. Но он только слушал. Ничего не говоря. Цветы в горшках он занес в дом. Потом и сам заперся в доме. Один со своими цветами.
С того дня, как началось строительство дороги, улица изменилась, а с ней и люди. Скоро они станут совсем чужими. Они больше не разговаривают. Соседки перестали гадать на кофейной гуще после обеда, дети перестали играть в мяч, зато начали бросаться камнями. А те, что постарше, дошли и до кулаков. Так недолго искалечить друг друга... По вечерам слышно, как ссорятся семьи, а полицейские, никогда не показывавшиеся в этом районе, теперь совершают здесь обход. Недавно поймали парня. Он курил гашиш...
Генерал хранил молчание. Он сидел в проеме двери и наблюдал. Лицо его пожелтело. Кожа да кости. День и ночь все в том же кресле, найденном на свалке. Туда-сюда, туда-сюда... Только глаза у него изменились. Они потемнели, стали мрачнее, жестче...
В то утро работа на улице так и не началась. Часы шли, но не подъехал ни один грузовик с гравием. Не завелся ни один экскаватор, ни один рабочий не взялся за дело...
Посреди дороги возвышалась недостроенная стена. Кирпичная стена от дома до дома. Два метра в высоту. Возле нее на свежевыложенном гравии неподвижно лежало безжизненное тело Генерала, в грязи и в цементе.
Фотография стены назавтра облетела все газеты. Работы по строительству дороги были прекращены. Дорога опять стала улицей. Со столиков смахнули пыль и вынесли их во двор. Окна распахнулись, дети снова стали играть в мяч. Аромат ципуро и фасолевого супа наполнил улицу. Но еще сильнее был аромат, лившийся от стены, куда принесли горшки с цветами – розы в жестяных горшках, цикламены в потрескавшихся кувшинах, ночные красавицы, гортензии. И кресло, что по вечерам раскачивалось туда-сюда, туда-сюда...

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Περιοδικό Άνευ

Το Tεύχος (36) του περιοδικού Άνευ δημοσιεύει κριτική του βιβλίου μου.


"Η συλλογή διηγημάτων Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη αποτελεί την πρώτη μονογραφία του Γιάννου Κ. Ιωάννου. Τέσσερα από τα δεκατέσσερα διηγήματα της συλλογής του έχουν ήδη δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου.
Ο συγγραφέας παρουσιάζεται μέσα από τα θλιμμένα διηγήματα του ως κατεξοχήν αφηγητής του ανθρώπινου πόνου, καθώς πραγματεύεται στα σύντομα σε έκταση διηγήματα του θέματα όπως η αποξένωση κι η μοναξιά, η φτώχεια, η απώλεια αγαπημένων προσώπων και ο πόνος που προκαλεί η απουσία τους σε αυτούς που μένουν, το αιώνιο υπαρξιακό γιατί απέναντι στο φάσμα του θανάτου, ανεκπλήρωτοι παιδικοί και εφηβικοί έρωτες, αποτυχημένες συζυγικές σχέσεις, απαγορευμένοι από κοινωνικές συμβάσεις έρωτες. Οι ήρωες του είναι όλοι τραγικές θεατρικές φιγούρες: τυραγνισμένοι και μοναχικοί, αναζητούν επίμονα την ανθρώπινη επικοινωνία και βιώνουν τις συνέπειες των κτυπημάτων που τους όρισε η μοίρα. Οι περισσότεροι χαρακτήρες του είναι άνθρωποι περιθωριακοί, φτωχοί, άνεργοι, πόρνες, ξωμάχοι της ζωής, απόκληροι, χήρες, ορφανά, αποτυχημένοι οικογενειάρχες, που κινούνται σε φτωχές και παρακμιακές γειτονιές. Ψυχές βασανισμένες και στραγγισμένες, άνθρωποι με αδυναμίες κι ιδιαιτερότητες. Θίγεται ακόμη η απώλεια της επικοινωνίας και των ανθρώπινων σχέσεων, θυσία στο βωμό της ανάπτυξης.
Ο Ιωάννου, ως εικαστικός δημιουργός και καλλιτεχνικός φωτογράφος, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την απόδοση του σκηνικού του και των προσώπων που κινούνται σε αυτό. Ως αφηγητής -  παντογνώστης, ξεδιπλώνει περίτεχνα τις ιστορίες του και κατορθώνει να μεταφέρει τον ψυχισμό των ηρώων του, ενώ ταυτόχρονα παρεμβαίνει και η ψυχική εστίαση του ιδίου του διηγηματογράφου στα πράγματα. Στα διηγήματα του, που δομούνται από μικρές και απέριττες προτάσεις, ο συγγραφέας εισάγει διαλόγους που ζωντανεύουν την τριτοπρόσωπη αφήγηση του. Οι έξυπνες και πετυχημένες ανατροπές που αιφνιδιάζουν τον αναγνώστη, οι συχνές αναδρομές των χαρακτήρων του στο τραγικό παρελθόν τους, η εισαγωγή του μεταφυσικού στοιχείου σε κάποια διηγήματα, η δραματικότητα, οι στιγμές ερωτισμού και συγκίνησης, συνθέτουν την πετυχημένη γραφή του Γιάννου Κ. Ιωάννου.
Η συλλογή διηγημάτων Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη προοιωνίζεται πιο ώριμα έργα από τον Γιάννο Κ. Ιωάννου στο μέλλον."

Μάριος Αναστασίου

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Κριτική του βιβλίου μου στην εφημερίδα Πολίτης

Η ημερήσια Κυπριακή εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ στην έκδοση της 23ης Μαρτίου 2010 δημοσιεύει κριτική του βιβλίου μου "ΣΑ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ". Ευχαριστώ τη σύνταξη της εφημερίδας για τη δημοσίευση καθώς και τον Εκπαιδευτικό-Συγγραφέα Παντελή Στεφάνου για την καλόπιστη κριτική του.

Κριτική στο βιβλίο του Γιάννου Ιωάννου
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη

"Μόλις χθες πήρα στα χέρια μου ένα συμπαθέστατο βιβλίο του συγγραφέα Γιάννη Ιωάννου (εκδ. Power publishing) το οποίο τιτλοφορεί η παγκοσμίως γνωστή καβαφική ρίμα που ονοματοδοτεί και το παρόν άρθρο. Συμπαθέστατο εμφανισιακά, μιας και το καλαίσθητό του εξώφυλλο προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι πρόκειται να προσαράξει σε πολυποίκιλες αναψυκτήριες νησίδες φιλοσοφικού στοχασμού και επάλληλου κοινωνικού προβληματισμού. Συμπαθέστατου και νοηματικά, μιας και το περιεχόμενό του επικάθηται στο δεκτικό πνεύμα του αναγνώστη ως νοτερή ορθρινή άχνα, όπως ακριβώς και η ολιγόλεπτη ακόμη ανάστροφη με τον ίδιο το συγγραφέα. Παρόλο που πρόκειται για την παρθενική εμφάνιση του Γ. Ιωάννου στην έντυπη λογοτεχνική παραγωγή του τόπου, εντούτοις, η προσεγμένη και καλοβαλμένη συνάρμοση των λεκτικών και νοηματικών ψηφίδων προδίδουν μια λογοτεχνική γραφίδα με προπαίδεια και πολύχρονο παιδεμό με το εννοιολογικό εύρος των λέξεων.
Πρόκειται για μια συλλογή ευσύνοπτων, λιγοσέλιδων διηγημάτων μιας ρέουσας αλληλοδιαδοχής εντονότατων εικόνων και παραστάσεων που διαβάζονται ευχάριστα σαν λαγαρό δροσερό νάμα αρτεσιανής νερομάνας. Η γλώσσα τους είναι απλή και οι λέξεις απογυμνωμένες από κάθε περιττό ρητορικό ξόμπλιασμα ή ποικιλόχρωμους φορτικούς επενδύτες που, σε τελική ανάλυση, νεφελώνουν τα μηνύματα και αφήνουν ένα αγανό αποτύπωμα στο μυαλό του αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν επιδιώκει να γαλβανίσει τα αισθητήρια των επίδεκτων εραστών της λογοτεχνίας με μια περιττόλογη εκφραστική επίφαση από πλατειαστικές φληναφίες. Αντίθετα, πρώτο του μέλημα είναι να τον προβληματίσει και να του κινητοποιήσει όλες εκείνες τις μύχιες και ψυχόρμητες δυνάμεις για κοινωνική ευαισθητοποίηση και στοχασμό, όπως ακριβώς μια βραδυφλεγής θρυαλλίδα. Οι λέξεις μπορεί να είναι απλές και η όλη έκφραση να διέπεται από μια έκδηλη εκλαϊκευμένη απλοϊκότητα όμως είναι εμφανής η επιμελημένη και επιτηδευμένη προσπάθεια του συγγραφέα να τις φορτίσει με όσο το δυνατόν πιότερη αμεσότητα. Λόγος κοφτός, σύντομος, φειδωλός. Αλλά και λόγος σπαθάτος και τρανταχτός μες στη σφιχτοδεμένη του συμπύκνωση, μεστός και δραστικός σαν ρομφαία δίστομη. Γι΄ αυτό, το βιβλίο κερδίζει εν ακαρεί τον αναγνώστη που το καταβροχθίζει απνευστί.
Το ειδοποιό γνώρισμα της γραφής του Ιωάννου είναι το ευφυές συνάρμοσμα των αλληλοδιαδεχόμενων συμβάντων που ενίοτε συμπλέκονται και αλληλοπεριχωρούνται. Προς τούτο, ο αναγνώστης πρέπει να διατηρεί τον εαυτό του σε συνεχόμενη νήψη και εγρήγορση για να μπορέσει να παρακολουθήσει τους δομικούς συνειρμούς του δημιουργού που τον τροχιοδρομούν αναβαθμικά στην τελική έκβαση η οποία αφήνει συνήθως πίσω της έναν απόηχο διδακτικό. Αυτά που ο Ιωάννου απιθώνει στο χαρτί είναι πολύ λιγότερα από αυτά που αφήνει να εννοηθούν. Η κορύφωση ενός διηγήματος συμποσούται στην τελευταία του πρόταση η οποία, ενώ επιλογίζει το έργο των δρώντων πρωταγωνιστών ταυτόχρονα προλογίζει, ως έναυσμα εναρκτήριο, την αδυσώπητη προβληματική του αναγνώστη επί των προσυμβάντων.
Τελευταίο γνώρισμα που χαριτώνει τη συλλογή είναι η καταφανής κοινωνική ευαισθητοποίηση του Ιωάννου που ίσως να εκπορεύεται από τις παρυφές των πολιτικοϊδεολογικών του καταβολών. Ο διηγηματογράφος είναι πραγματιστής και αμείλικτος παρατηρητής της στυγνής κενότητας που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος στις αποπνευματοποιημένες καπιταλιστικές μας κοινωνίες. Θυμίζει τα έργα των μεγάλων κλασικών του 19ου αι. (Ντοστογιέφσκι, Ντίκενς, Ουγκώ) που έστρεψαν τα φώτα της προσοχής από έναν ιδεατό, ειδυλλιακό μικρόκοσμο του παρελθόντος και της αριστοκρατίας, στον παραπαίοντα και ναυαγισμένο άνθρωπο του περιθωρίου. «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι», πόρνες, άσημα φτωχαδάκια του καμάτου και αγνοημένοι ξωμάχοι της ζωής περνούν από το παρασκήνιο στο προσκήνιο και γίνονται αντικείμενο ψυχαναλυτικής θέασης και εφαλτήριο προβληματισμού.
Όλα τούτα συναπαρτίζουν το σαγηνευτικό ψηφιδωτό της πρωτόλειας δουλειάς του Ιωάννου. Σε όσους θα διαβάσουν το βιβλίο προεξοφλούμε μια ανάγνωση μαυλιστική και διασκεδαστική. Φίλε Γιάννο, περιμένουμε να μας χαρίσεις κι άλλες στιγμές τέτοιας αναγνωστικής μακαριότητας.
"



Παντελής Στεφάνου, εκπαιδευτικός, συγγραφέας

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Το διήγημα "Ο Στρατηγός" δημοσιεύει το Bulletin franco-hellénique

Το διήγημα "Ο Στρατηγός" το οποίο βρίσκεται στο βιβλίο μου ΣΑ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ δημοσιεύει στις σελίδες του αυτές τις μέρες το Bulletin franco-hellénique το οποίο κυκλοφορεί στη Γαλλία.Τη μετάφραση έχει κάνει ο Jean-Marc Laborie.

LE GENERAL

Le plus beau quartier de la ville. Un quartier pauvre. Une vingtaine de maisons basses, a moitie ecroulees, sans crepi, accolees les unes aux autres. Un murles separait, un simple mur. En deux rangees. L’une face a l’autre.

L’apres-midi le quartier bouillonnait de vie. Les enfants se mettaient a taperdans la balle, les voisines etendaient le linge blanc pour qu’il seche, peu apres elleslisaient leur avenir dans leur tasse, et sur son passage le colporteur annoncait sa marchandise en criant. Le soir le quartier devenait un cafe de plein air. Les petites
tables sortaient au dehors et l’odeur des repas aiguisait les appetits. Soupe aux haricots sur une table, friture sur une autre, gombo sur celle d’en face, tsipouro et petit ouzo.

Ouvriers a la fabrique, portefaix au port, femmes de menage dans les maisons cossues, couturieres. Une famille dans un quartier. Avec les memes peines avec les memes chagrins. Jusqu’aux memes maladies. Si l’un tombait malade, en une semaine tous etaient malades. Solidarite…

Le seul qui ne tombait pas malade etait le General. Il n’etait pas exactement general mais c’est ainsi qu’on l’appelait. Que pouvait bien chercher un general dans un tel quartier ? Il etait caporal a la grande guerre. Et il avait pris sa retraite. A soixante ans. Avec une pension du Ministere de la Defense. Avec des blessures au dos.

Le general ne sortait pas de petite table dans la cour. Il n’avait pas de place devant sa maison. Il avait ses pots de fleurs. Des roses dans des pots de fer-blanc, des cyclamens dans des cruches felees, des hortensias, des belles-de-nuit… Il les adorait. Il les aspergeait, il les arrosait, et gare au ballon qui se dirigeait vers elles. Il en avait reuni vingt. Il ne parlait pas beaucoup, pour ainsi dire pas du tout. Quelques hommes du quartier etaient alles lui offrir une cigarette et il les avait chasses. La meme chose etait aussi arrivee avec quelques dames qui lui avaient apporte a manger un plat cuisine. Elles aussi il les avait chassees. Il etait assis toute la journee sur une chaise a bascule qu’il avait recuperee a la decharge et il embrassait son jardin du regard.

La corde qui servait a etendre le linge blanc fut enlevee, plus exactement ils l’enleverent. Les employes municipaux. La cour longue et etroite se remplit d’ouvriers, de pelles et de bulldozers. Des camions allaient et venaient transportant du ciment, du sable, du gravier, des briques… Le service d’urbanisme faisait construire une route.

Le quartier se souleva. Avec lui aussi la poussiere. On ne pouvait pas ouvrir une fenetre. Les maisons etaient envahies par la poussiere, par les voix des ouvriers, par les jurons des conducteurs de machine et des chauffeurs de camion. Le comite qui se rendit chez le Maire revint bredouille. Il fallait que la route se fasse. Il fallaitque le secteur se developpe…

Le soir le general continuait a s’asseoir avec les autres et ecoutait les plaintes. Il ecoutait seulement. Jamais il ne parlait. Ses pots de fleurs il les prenait et les mettait dans la maison. Et il s’enfermait lui-meme dedans. Sa compagnie, c’etait ses pots de fleurs.

Du jour ou commencerent les travaux pour la construction de la route le quartier changea et avec lui, les gens. Ils devinrent des etrangers. Ils ne se parlaient plus. Les voisines l’apres-midi cesserent de lire leur avenir dans la tasse, les enfants cesserent de jouer au ballon et commencerent a batailler a coups de pierre. D’autres
plus grands en venaient aux mains. Ils finirent a l’hopital… Le soir on entendait les couples se chamailler et la police qui jamais ne s’etait rendue dans le quartier commenca les patrouilles, a pied. Ils ramasserent un jeune. Qui fumait du haschich…

Le General taciturne. Il etait assis dans l’embrasure de sa porte et regardait. Il s’etait affaibli. Son visage avait jauni. La peau et les os. Jour et nuit sur la chaise a bascule qu’il avait recuperee a la decharge. En avant, en arriere, en avant, en arriere…
Son regard seulement changeait de couleur. Il devenait plus noir, plus sombre, plus agressif…

Ce matin-la dans le quartier personne ne se rendit a son travail. Aux premieres heures aucun camion ne passa pour livrer du gravier. Ce jour-la aucune pelle ne se mit en marche, aucun ouvrier ne se mit au travail…

Au milieu de la route a demi achevee se trouvait un mur. Un mur en briques d’un cote a l’autre des maisons. Deux metres de haut. A cote du mur, sur le gravier fraichement etendu se trouvait le corps cadaverique inanime du General plonge dans la boue et dans le ciment.

La photographie du mur se trouvait le jour suivant dans tous les journaux du pays. Les travaux de construction de la route s’arreterent. La route redevint un quartier. Les petites tables furent depoussierees et a nouveau sorties. Les fenetres s’ouvrirent a nouveau, les enfants commencerent a taper dans la balle. L’odeur du tsipouro et de la soupe aux haricots inonda a nouveau le quartier. Mais la plus forte odeur venait du mur autour duquel se trouvaient des pots de fleurs qu’on avait places la, des roses dans des pots de fer-blanc, des cyclamens dans des cruches felees, des belles-de-nuit, des hortensias. Et une chaise a bascule qui chaque soir allait en avant, en arriere, en avant, en arriere…

Nouvelle parue dans le journal chypriote Haravgi le 29 janvier 2009
et dans la revue Nea Epohi (n°299, hiver 2008-2009)

Trad. Jean-Marc Laborie

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Ευχαριστώ το kypriakablogs

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο kypriakablogs για την προβολή μέσω του blog τους του βιβλίου μου... Με τέτοιες πράξεις ο πολιτισμός πάει μπροστά ... και εμείς μαζί του ...

"Μέσα στα πλαίσια της αναδημοσίευσης σημαντικών κατά την γνώμη μου αναρτήσεων από την Κυπριακή μπλογκόσφαιρα, θα αποφύγω τις αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου. Θα προβληθούν από εδώ κυρίως θέματα που άμεσα ή έμμεσα προβάλλουν τον ίδιο τον πολιτισμό ή τα προβλήματα του. Και εννοώ τον πολιτισμό με την ευρύτερη έννοια του όρου.



Σήμερα θα παρουσιάσω την τελευταία ανάρτηση από το μπλογκ "Αφηγήσεις..." του Γιάννου Ιωάννου. Πρόκειται για την παρουσίαση μέρους του βιβλίου του "Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη".

Δυστυχώς δεν κατάφερα να μεταφέρω και εδώ το μέρος του όμορφου βιβλίου του, που μας αφήνει ο Γιάννος να γευτούμε. Όμως μπορείτε να το δείτε στο μπλογκ του ή εδώ.



Καλοδιάβαστο! "

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Περιοδικό ΟΚ

Το εβδομαδιαίο περιοδικό ΟΚ (16-23/1/2010) - έκδοση Κύπρου - παρουσιάζει το βιβλίο μου. Ευχαριστώ τη σύνταξη του περιοδικού.