Επικοινωνία

Θα χαρώ τα δικά σας σχόλια για τα γραφόμενα μου...
studio9@cytanet.com.cy

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Νέο Διήγημα







Το πιο κάτω διήγημα δημοσιέυθηκε στην ημερήσια Κυπριακή Εφημερίδα "ΧΑΡΑΥΓΗ" / 28-01-2009, καθώς και στην ημερήσια Κυπριακή εφημερίδα "ΑΛΗΘΕΙΑ" / 28-01-2009. Ευχαριστώ τη σύνταξη των πιο πάνω εφημερίδων.
--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Στρατηγός



Η πιο όμορφη γειτονιά της πόλης. Μια φτωχογειτονιά. Καμιά εικοσαριά χαμόσπιτα, μισογκρεμισμένα, ασοβάτιστα, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Ένας τοίχος τα χώριζε και αυτός μονός. Σε δυο σειρές. Η μια αντίκρυ στην άλλη.

Τα απογεύματα η γειτονιά γέμιζε με ζωή. Τα παιδιά άρχιζαν το κλωτσητό της μπάλας, οι γειτόνισσες άπλωναν τα ασπρόρουχα να στεγνώσουν, λίγο πιο μετά διάβαζαν την τύχη τους στο φλυτζάνι και στην άκρη ο πραματευτής διαλαλούσε τις πραμάτειες του. Τα βραδάκια η γειτονιά γινόταν σαν υπαίθριο καφενείο. Τα τραπεζάκια έβγαιναν έξω και οι μυρωδιές των φαγητών σου έσπαγαν τη μύτη. Φασολάδα στο ένα τραπέζι, μαρίδα στο άλλο, μπάμιες στο απέναντι, τσίπουρο και ουζάκι.

Εργάτες στη φάμπρικα, χαμάληδες στο λιμάνι, παραδουλεύτρες στα αρχοντόσπιτα, μοδίστρες. Μια οικογένεια σε μια γειτονιά. Με τα ίδια βάσανα με τους ίδιους καημούς. Ακόμη και στις αρρώστιες. Αν αρρωστούσε ένας σε μια βδομάδα όλοι θα αρρωστούσαν. Συμπαράσταση....

Ο μόνος που δεν αρρωστούσε ήταν ο Στρατηγός. Δεν ήταν ακριβώς στρατηγός αλλά έτσι τον φωνάζαν. Τι να γύρευε ένας στρατηγός σε μια τέτοια γειτονιά ? Δεκανέας ήταν στον μεγάλο τον πόλεμο. Και είχε αποστρατευτεί. Στα εξήντα του. Με σύνταξη από το Υπουργείο Άμυνας. Με τραύματα στην πλάτη.

Ο στρατηγός δεν έβγαζε τραπεζάκι στην αυλή. Δεν είχε χώρο μπροστά από το σπίτι του. Είχε τις γλάστρες του. Τριαντάφυλλα σε τενεκέδες, κυκλάμινα σε μισοσπασμένες στάμνες, ορτανσίες, νυχτολούλουδα...Τα λάτρευε. Τα ράντιζε, τα πότιζε και αλίμονο στην μπάλα που θα πήγαινε προς τα ‘ κει. Είκοσι είχε μαζέψει. Δεν μιλούσε πολύ ή μάλλον καθόλου. Κάποιοι άντρες εκεί στη γειτονιά πήγαν να τον κεράσουν τσιγάρο και αυτός τους έδιωξε. Το ίδιο έκανε και με κάποιες κυράδες που του πήγαν μαγειρευτό φαί για να φάει. Και αυτές τις έδιωξε. Καθόταν όλη μέρα σε μια κουνιστή καρέκλα που μάζεψε από τον σκυβαλλότοπο και αγνάντευε τον κήπο του.

Το σχοινί που άπλωναν τα ασπρόρουχα βγήκε ή μάλλον το έβγαλαν. Οι υπάλληλοι του Δημαρχείου. Η μακρόστενη αυλή γέμισε με εργάτες, εσκαφείς και μπουλντόζες. Φορτηγά πηγαινοέρχονταν μεταφέροντας τσιμέντο, άμμο, χαλίκια, τούβλα... Η πολεοδομία έφτιαχνε δρόμο.

Η γειτονιά ξεσηκώθηκε. Μαζί της και η σκόνη. Δεν μπορούσες να ανοίξεις παράθυρο. Τα σπίτια γέμιζαν με σκόνη, γέμιζαν με τις φωνές των εργατών, με τις βρισιές των μηχανοδηγών και των φορτηγατζήδων. Η επιτροπή που πήγε στο Δήμαρχο γύρισε άπρακτη. Ο δρόμος έπρεπε να γίνει. Η περιοχή έπρεπε να αναπτυχθεί ....

Ακόμη και ο στρατηγός καθόταν τα βράδια με τους υπόλοιπους και άκουγε τα παράπονα. Άκουγε μόνο. Ποτέ δεν μιλούσε. Τις γλάστρες του τις μάζεψε και τις έβαλε στο σπίτι. Και κλείστηκε και αυτός σε αυτό. Παρέα με τις γλάστρες του.

Από τη μέρα που άρχισαν οι εργασίες για την κατασκευή του δρόμου η γειτονιά άλλαξε και μαζί της και οι άνθρωποι. Έγιναν ξένοι. Κανένας δεν μιλούσε με τον άλλο. Οι γειτόνισσες τα απογεύματα σταμάτησαν να διαβάζουν την τύχη τους στο φλιτζάνι, τα παιδιά σταμάτησαν την μπάλα και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Κάποιοι πιο μεγάλοι πιάστηκαν στα χέρια. Στο νοσοκομείο κατέληξαν…. Τα βράδια άκουγες τα αντρόγυνα να τσακώνονται και η αστυνομία που ποτέ δεν επισκέφθηκε τη γειτονιά άρχισε τις πεζές περιπολίες. Μάζεψαν και ένα νεαρό. Χασίσι κάπνιζε…

Ο Στρατηγός αμίλητος. Καθόταν στο άνοιγμα της πόρτας του και έβλεπε. Είχε αδυνατίσει. Το πρόσωπο του είχε κιτρινίσει. Κοκαλιάρης. Μέρα και νύχτα στην κουνιστή καρέκλα που είχε μαζέψει από τον σκυβαλλότοπο. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε …. Μόνο τα μάτια του άλλαξαν χρώμα. Έγιναν πιο μαύρα, πιο σκοτεινά, πιο θυμωμένα…

Εκείνο το πρωί στη γειτονιά κανένας δεν πήγε δουλειά. Εκείνο το πρωινό κανένα φορτηγό δεν πέρασε να φέρει χαλίκια. Εκείνη τη μέρα κανένας εκσκαφέας δεν έβαλε μπρος, κανένας εργάτης δεν έπιασε δουλειά…

Στη μέση του μισοτέλειωτου δρόμου βρισκόταν ένας τοίχος. Ένας τοίχος από τούβλα από τη μια πλευρά των σπιτιών μέχρι την αντίκρυ. Δυο μέτρα ύψος. Δίπλα από τον τοίχο, πάνω στο φρεσκοστρωμένο χαλίκι βρισκόταν το άψυχο κουφάρι του Στρατηγού βουτηγμένο στη λάσπη και στο τσιμέντο.

Η φωτογραφία του τοίχου βρισκόταν την άλλη μέρα σε όλες τις εφημερίδες της χώρας. Οι εργασίες κατασκευής του δρόμου σταμάτησαν. Ο δρόμος ξαναέγινε γειτονιά. Τα τραπεζάκια ξεσκονίστηκαν και βγήκαν ξανά έξω. Τα παράθυρα άνοιξαν ξανά, τα παιδιά άρχισαν το κλωτσητό της μπάλας. Η μυρωδιά του τσίπουρου και της φασολάδας ξαναπλυμμίρισε τη γειτονιά. Η πιο δυνατή όμως μυρωδιά ερχόταν από τον τοίχο όπου γύρω του βρίσκονταν τοποθετημένες γλάστρες, τριαντάφυλλα σε τενεκέδες, κυκλάμινα σε μισοσπασμένες στάμνες, νυχτολούλουδα, ορτανσίες. Και μια κουνιστή καρέκλα που κάθε βράδυ πήγαινε πέρα-δώθε, πέρα – δώθε …

3 σχόλια:

  1. Πάντα συγκινούν οι ιστορίες σου φίλε.. κι όπως σου είχα πει όταν πρωτοδιάβασα, βγάζουν από μέσα μου συναισθήματα που έχω να νιώσω από παιδί.
    σε ευχαριστώ θερμά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αν μπορούσες να ανέβαζες το gadget με τους ανανγώστες για να εγγραφώ στο μπλγκ σου ώστε να γνωρίζω πότε έχεις νέα ανάρτηση, θα με υποχρέωνες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Φίλε Πόλυ, σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
    Check this ...

    http://youmymirror.blogspot.com/

    ΑπάντησηΔιαγραφή