Επικοινωνία

Θα χαρώ τα δικά σας σχόλια για τα γραφόμενα μου...
studio9@cytanet.com.cy

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Russian translation of the "General" story taken from my book

ГЕНЕРАЛ
ЯННОС ИОАННУ - author
translation from French to Russian by Татьяна Михайлова

Самая живописная улица в городе. Бедный квартал. Два десятка низеньких домов, полуобвалившихся, обшарпаных, прилепившихся друг к другу. Разделенных одной стеной, только стеной. Два параллельных ряда. Глаза в глаза.
После полудня улица оживлялась. Дети затевали игру, стучал мяч; соседки развешивали белье, потом гадали на кофейной гуще; кричал разносчик, расхваливая свой товар. По вечерам улица превращалась в кафе под открытым небом. Выносили столы, и ароматы блюд дразнили аппетит. У одних фасолевый суп, у других жареная рыба, а тут, напротив, бамия , бутылка ципуро и маленькая бутылочка узо .
Рабочие с фабрики, портовые грузчики, горничные из богатых домов, портнихи. Вся улица – как одна семья. Те же заботы и печали. Даже болезни те же. Стоит слечь одному, через неделю слягут все. Ничего не поделаешь, солидарность...
Только Генерал никогда не болел. Он вовсе не был генералом, но так уж его прозвали. Разве сыщешь генерала в подобном квартале? В войну он служил капралом. Потом вышел в отставку. В шестьдесят. С пенсией Министерства обороны. С ранением в спине.
Генерал не выносил столик во двор. Возле его дома совсем не было места. Он сидел среди своих цветов. Среди роз в жестяных горшках, цикламенов в потрескавшихся кувшинах, среди гортензий и ночных красавиц... Он их обожал. Он их поливал, он их опрыскивал и спасал от мячей, которые нет-нет да перелетали через забор. Таких мячей у него набралось уже штук двадцать. Он говорил мало, вернее, вообще не говорил. Кое-кто из соседей пробовал зайти к нему, предложить сигарету, но он выставил их вон. Та же участь постигла и соседок, пришедших угостить его своей стряпней. И этих он выставил. Весь день он качался в кресле, найденном на свалке, и любовно оглядывал свой сад.
Веревка, где сушилось белье, исчезла, вернее, ее убрали. Пришли служащие из мунципалитета. Длинный и узкий двор заполонили рабочие, бульдозеры, экскаваторы. Сновали грузовики, подвозя цемент и песок, гравий и кирпич... Городу требовалась дорога.
Улица негодовала. Пыль стояла столбом. Окно нельзя было открыть. Дома тонули в пыли, в криках рабочих, брани водителей бульдозеров и грузовиков. Делегация, посланная в мэрию, вернулась ни с чем. Надо строить дорогу. Район должен развиваться...
Теперь даже Генерал сидел по вечерам вместе со всеми и слушал жалобы. Но он только слушал. Ничего не говоря. Цветы в горшках он занес в дом. Потом и сам заперся в доме. Один со своими цветами.
С того дня, как началось строительство дороги, улица изменилась, а с ней и люди. Скоро они станут совсем чужими. Они больше не разговаривают. Соседки перестали гадать на кофейной гуще после обеда, дети перестали играть в мяч, зато начали бросаться камнями. А те, что постарше, дошли и до кулаков. Так недолго искалечить друг друга... По вечерам слышно, как ссорятся семьи, а полицейские, никогда не показывавшиеся в этом районе, теперь совершают здесь обход. Недавно поймали парня. Он курил гашиш...
Генерал хранил молчание. Он сидел в проеме двери и наблюдал. Лицо его пожелтело. Кожа да кости. День и ночь все в том же кресле, найденном на свалке. Туда-сюда, туда-сюда... Только глаза у него изменились. Они потемнели, стали мрачнее, жестче...
В то утро работа на улице так и не началась. Часы шли, но не подъехал ни один грузовик с гравием. Не завелся ни один экскаватор, ни один рабочий не взялся за дело...
Посреди дороги возвышалась недостроенная стена. Кирпичная стена от дома до дома. Два метра в высоту. Возле нее на свежевыложенном гравии неподвижно лежало безжизненное тело Генерала, в грязи и в цементе.
Фотография стены назавтра облетела все газеты. Работы по строительству дороги были прекращены. Дорога опять стала улицей. Со столиков смахнули пыль и вынесли их во двор. Окна распахнулись, дети снова стали играть в мяч. Аромат ципуро и фасолевого супа наполнил улицу. Но еще сильнее был аромат, лившийся от стены, куда принесли горшки с цветами – розы в жестяных горшках, цикламены в потрескавшихся кувшинах, ночные красавицы, гортензии. И кресло, что по вечерам раскачивалось туда-сюда, туда-сюда...

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Περιοδικό Άνευ

Το Tεύχος (36) του περιοδικού Άνευ δημοσιεύει κριτική του βιβλίου μου.


"Η συλλογή διηγημάτων Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη αποτελεί την πρώτη μονογραφία του Γιάννου Κ. Ιωάννου. Τέσσερα από τα δεκατέσσερα διηγήματα της συλλογής του έχουν ήδη δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου.
Ο συγγραφέας παρουσιάζεται μέσα από τα θλιμμένα διηγήματα του ως κατεξοχήν αφηγητής του ανθρώπινου πόνου, καθώς πραγματεύεται στα σύντομα σε έκταση διηγήματα του θέματα όπως η αποξένωση κι η μοναξιά, η φτώχεια, η απώλεια αγαπημένων προσώπων και ο πόνος που προκαλεί η απουσία τους σε αυτούς που μένουν, το αιώνιο υπαρξιακό γιατί απέναντι στο φάσμα του θανάτου, ανεκπλήρωτοι παιδικοί και εφηβικοί έρωτες, αποτυχημένες συζυγικές σχέσεις, απαγορευμένοι από κοινωνικές συμβάσεις έρωτες. Οι ήρωες του είναι όλοι τραγικές θεατρικές φιγούρες: τυραγνισμένοι και μοναχικοί, αναζητούν επίμονα την ανθρώπινη επικοινωνία και βιώνουν τις συνέπειες των κτυπημάτων που τους όρισε η μοίρα. Οι περισσότεροι χαρακτήρες του είναι άνθρωποι περιθωριακοί, φτωχοί, άνεργοι, πόρνες, ξωμάχοι της ζωής, απόκληροι, χήρες, ορφανά, αποτυχημένοι οικογενειάρχες, που κινούνται σε φτωχές και παρακμιακές γειτονιές. Ψυχές βασανισμένες και στραγγισμένες, άνθρωποι με αδυναμίες κι ιδιαιτερότητες. Θίγεται ακόμη η απώλεια της επικοινωνίας και των ανθρώπινων σχέσεων, θυσία στο βωμό της ανάπτυξης.
Ο Ιωάννου, ως εικαστικός δημιουργός και καλλιτεχνικός φωτογράφος, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την απόδοση του σκηνικού του και των προσώπων που κινούνται σε αυτό. Ως αφηγητής -  παντογνώστης, ξεδιπλώνει περίτεχνα τις ιστορίες του και κατορθώνει να μεταφέρει τον ψυχισμό των ηρώων του, ενώ ταυτόχρονα παρεμβαίνει και η ψυχική εστίαση του ιδίου του διηγηματογράφου στα πράγματα. Στα διηγήματα του, που δομούνται από μικρές και απέριττες προτάσεις, ο συγγραφέας εισάγει διαλόγους που ζωντανεύουν την τριτοπρόσωπη αφήγηση του. Οι έξυπνες και πετυχημένες ανατροπές που αιφνιδιάζουν τον αναγνώστη, οι συχνές αναδρομές των χαρακτήρων του στο τραγικό παρελθόν τους, η εισαγωγή του μεταφυσικού στοιχείου σε κάποια διηγήματα, η δραματικότητα, οι στιγμές ερωτισμού και συγκίνησης, συνθέτουν την πετυχημένη γραφή του Γιάννου Κ. Ιωάννου.
Η συλλογή διηγημάτων Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη προοιωνίζεται πιο ώριμα έργα από τον Γιάννο Κ. Ιωάννου στο μέλλον."

Μάριος Αναστασίου

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Κριτική του βιβλίου μου στην εφημερίδα Πολίτης

Η ημερήσια Κυπριακή εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ στην έκδοση της 23ης Μαρτίου 2010 δημοσιεύει κριτική του βιβλίου μου "ΣΑ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ". Ευχαριστώ τη σύνταξη της εφημερίδας για τη δημοσίευση καθώς και τον Εκπαιδευτικό-Συγγραφέα Παντελή Στεφάνου για την καλόπιστη κριτική του.

Κριτική στο βιβλίο του Γιάννου Ιωάννου
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη

"Μόλις χθες πήρα στα χέρια μου ένα συμπαθέστατο βιβλίο του συγγραφέα Γιάννη Ιωάννου (εκδ. Power publishing) το οποίο τιτλοφορεί η παγκοσμίως γνωστή καβαφική ρίμα που ονοματοδοτεί και το παρόν άρθρο. Συμπαθέστατο εμφανισιακά, μιας και το καλαίσθητό του εξώφυλλο προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι πρόκειται να προσαράξει σε πολυποίκιλες αναψυκτήριες νησίδες φιλοσοφικού στοχασμού και επάλληλου κοινωνικού προβληματισμού. Συμπαθέστατου και νοηματικά, μιας και το περιεχόμενό του επικάθηται στο δεκτικό πνεύμα του αναγνώστη ως νοτερή ορθρινή άχνα, όπως ακριβώς και η ολιγόλεπτη ακόμη ανάστροφη με τον ίδιο το συγγραφέα. Παρόλο που πρόκειται για την παρθενική εμφάνιση του Γ. Ιωάννου στην έντυπη λογοτεχνική παραγωγή του τόπου, εντούτοις, η προσεγμένη και καλοβαλμένη συνάρμοση των λεκτικών και νοηματικών ψηφίδων προδίδουν μια λογοτεχνική γραφίδα με προπαίδεια και πολύχρονο παιδεμό με το εννοιολογικό εύρος των λέξεων.
Πρόκειται για μια συλλογή ευσύνοπτων, λιγοσέλιδων διηγημάτων μιας ρέουσας αλληλοδιαδοχής εντονότατων εικόνων και παραστάσεων που διαβάζονται ευχάριστα σαν λαγαρό δροσερό νάμα αρτεσιανής νερομάνας. Η γλώσσα τους είναι απλή και οι λέξεις απογυμνωμένες από κάθε περιττό ρητορικό ξόμπλιασμα ή ποικιλόχρωμους φορτικούς επενδύτες που, σε τελική ανάλυση, νεφελώνουν τα μηνύματα και αφήνουν ένα αγανό αποτύπωμα στο μυαλό του αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν επιδιώκει να γαλβανίσει τα αισθητήρια των επίδεκτων εραστών της λογοτεχνίας με μια περιττόλογη εκφραστική επίφαση από πλατειαστικές φληναφίες. Αντίθετα, πρώτο του μέλημα είναι να τον προβληματίσει και να του κινητοποιήσει όλες εκείνες τις μύχιες και ψυχόρμητες δυνάμεις για κοινωνική ευαισθητοποίηση και στοχασμό, όπως ακριβώς μια βραδυφλεγής θρυαλλίδα. Οι λέξεις μπορεί να είναι απλές και η όλη έκφραση να διέπεται από μια έκδηλη εκλαϊκευμένη απλοϊκότητα όμως είναι εμφανής η επιμελημένη και επιτηδευμένη προσπάθεια του συγγραφέα να τις φορτίσει με όσο το δυνατόν πιότερη αμεσότητα. Λόγος κοφτός, σύντομος, φειδωλός. Αλλά και λόγος σπαθάτος και τρανταχτός μες στη σφιχτοδεμένη του συμπύκνωση, μεστός και δραστικός σαν ρομφαία δίστομη. Γι΄ αυτό, το βιβλίο κερδίζει εν ακαρεί τον αναγνώστη που το καταβροχθίζει απνευστί.
Το ειδοποιό γνώρισμα της γραφής του Ιωάννου είναι το ευφυές συνάρμοσμα των αλληλοδιαδεχόμενων συμβάντων που ενίοτε συμπλέκονται και αλληλοπεριχωρούνται. Προς τούτο, ο αναγνώστης πρέπει να διατηρεί τον εαυτό του σε συνεχόμενη νήψη και εγρήγορση για να μπορέσει να παρακολουθήσει τους δομικούς συνειρμούς του δημιουργού που τον τροχιοδρομούν αναβαθμικά στην τελική έκβαση η οποία αφήνει συνήθως πίσω της έναν απόηχο διδακτικό. Αυτά που ο Ιωάννου απιθώνει στο χαρτί είναι πολύ λιγότερα από αυτά που αφήνει να εννοηθούν. Η κορύφωση ενός διηγήματος συμποσούται στην τελευταία του πρόταση η οποία, ενώ επιλογίζει το έργο των δρώντων πρωταγωνιστών ταυτόχρονα προλογίζει, ως έναυσμα εναρκτήριο, την αδυσώπητη προβληματική του αναγνώστη επί των προσυμβάντων.
Τελευταίο γνώρισμα που χαριτώνει τη συλλογή είναι η καταφανής κοινωνική ευαισθητοποίηση του Ιωάννου που ίσως να εκπορεύεται από τις παρυφές των πολιτικοϊδεολογικών του καταβολών. Ο διηγηματογράφος είναι πραγματιστής και αμείλικτος παρατηρητής της στυγνής κενότητας που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος στις αποπνευματοποιημένες καπιταλιστικές μας κοινωνίες. Θυμίζει τα έργα των μεγάλων κλασικών του 19ου αι. (Ντοστογιέφσκι, Ντίκενς, Ουγκώ) που έστρεψαν τα φώτα της προσοχής από έναν ιδεατό, ειδυλλιακό μικρόκοσμο του παρελθόντος και της αριστοκρατίας, στον παραπαίοντα και ναυαγισμένο άνθρωπο του περιθωρίου. «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι», πόρνες, άσημα φτωχαδάκια του καμάτου και αγνοημένοι ξωμάχοι της ζωής περνούν από το παρασκήνιο στο προσκήνιο και γίνονται αντικείμενο ψυχαναλυτικής θέασης και εφαλτήριο προβληματισμού.
Όλα τούτα συναπαρτίζουν το σαγηνευτικό ψηφιδωτό της πρωτόλειας δουλειάς του Ιωάννου. Σε όσους θα διαβάσουν το βιβλίο προεξοφλούμε μια ανάγνωση μαυλιστική και διασκεδαστική. Φίλε Γιάννο, περιμένουμε να μας χαρίσεις κι άλλες στιγμές τέτοιας αναγνωστικής μακαριότητας.
"



Παντελής Στεφάνου, εκπαιδευτικός, συγγραφέας

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Το διήγημα "Ο Στρατηγός" δημοσιεύει το Bulletin franco-hellénique

Το διήγημα "Ο Στρατηγός" το οποίο βρίσκεται στο βιβλίο μου ΣΑ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ δημοσιεύει στις σελίδες του αυτές τις μέρες το Bulletin franco-hellénique το οποίο κυκλοφορεί στη Γαλλία.Τη μετάφραση έχει κάνει ο Jean-Marc Laborie.

LE GENERAL

Le plus beau quartier de la ville. Un quartier pauvre. Une vingtaine de maisons basses, a moitie ecroulees, sans crepi, accolees les unes aux autres. Un murles separait, un simple mur. En deux rangees. L’une face a l’autre.

L’apres-midi le quartier bouillonnait de vie. Les enfants se mettaient a taperdans la balle, les voisines etendaient le linge blanc pour qu’il seche, peu apres elleslisaient leur avenir dans leur tasse, et sur son passage le colporteur annoncait sa marchandise en criant. Le soir le quartier devenait un cafe de plein air. Les petites
tables sortaient au dehors et l’odeur des repas aiguisait les appetits. Soupe aux haricots sur une table, friture sur une autre, gombo sur celle d’en face, tsipouro et petit ouzo.

Ouvriers a la fabrique, portefaix au port, femmes de menage dans les maisons cossues, couturieres. Une famille dans un quartier. Avec les memes peines avec les memes chagrins. Jusqu’aux memes maladies. Si l’un tombait malade, en une semaine tous etaient malades. Solidarite…

Le seul qui ne tombait pas malade etait le General. Il n’etait pas exactement general mais c’est ainsi qu’on l’appelait. Que pouvait bien chercher un general dans un tel quartier ? Il etait caporal a la grande guerre. Et il avait pris sa retraite. A soixante ans. Avec une pension du Ministere de la Defense. Avec des blessures au dos.

Le general ne sortait pas de petite table dans la cour. Il n’avait pas de place devant sa maison. Il avait ses pots de fleurs. Des roses dans des pots de fer-blanc, des cyclamens dans des cruches felees, des hortensias, des belles-de-nuit… Il les adorait. Il les aspergeait, il les arrosait, et gare au ballon qui se dirigeait vers elles. Il en avait reuni vingt. Il ne parlait pas beaucoup, pour ainsi dire pas du tout. Quelques hommes du quartier etaient alles lui offrir une cigarette et il les avait chasses. La meme chose etait aussi arrivee avec quelques dames qui lui avaient apporte a manger un plat cuisine. Elles aussi il les avait chassees. Il etait assis toute la journee sur une chaise a bascule qu’il avait recuperee a la decharge et il embrassait son jardin du regard.

La corde qui servait a etendre le linge blanc fut enlevee, plus exactement ils l’enleverent. Les employes municipaux. La cour longue et etroite se remplit d’ouvriers, de pelles et de bulldozers. Des camions allaient et venaient transportant du ciment, du sable, du gravier, des briques… Le service d’urbanisme faisait construire une route.

Le quartier se souleva. Avec lui aussi la poussiere. On ne pouvait pas ouvrir une fenetre. Les maisons etaient envahies par la poussiere, par les voix des ouvriers, par les jurons des conducteurs de machine et des chauffeurs de camion. Le comite qui se rendit chez le Maire revint bredouille. Il fallait que la route se fasse. Il fallaitque le secteur se developpe…

Le soir le general continuait a s’asseoir avec les autres et ecoutait les plaintes. Il ecoutait seulement. Jamais il ne parlait. Ses pots de fleurs il les prenait et les mettait dans la maison. Et il s’enfermait lui-meme dedans. Sa compagnie, c’etait ses pots de fleurs.

Du jour ou commencerent les travaux pour la construction de la route le quartier changea et avec lui, les gens. Ils devinrent des etrangers. Ils ne se parlaient plus. Les voisines l’apres-midi cesserent de lire leur avenir dans la tasse, les enfants cesserent de jouer au ballon et commencerent a batailler a coups de pierre. D’autres
plus grands en venaient aux mains. Ils finirent a l’hopital… Le soir on entendait les couples se chamailler et la police qui jamais ne s’etait rendue dans le quartier commenca les patrouilles, a pied. Ils ramasserent un jeune. Qui fumait du haschich…

Le General taciturne. Il etait assis dans l’embrasure de sa porte et regardait. Il s’etait affaibli. Son visage avait jauni. La peau et les os. Jour et nuit sur la chaise a bascule qu’il avait recuperee a la decharge. En avant, en arriere, en avant, en arriere…
Son regard seulement changeait de couleur. Il devenait plus noir, plus sombre, plus agressif…

Ce matin-la dans le quartier personne ne se rendit a son travail. Aux premieres heures aucun camion ne passa pour livrer du gravier. Ce jour-la aucune pelle ne se mit en marche, aucun ouvrier ne se mit au travail…

Au milieu de la route a demi achevee se trouvait un mur. Un mur en briques d’un cote a l’autre des maisons. Deux metres de haut. A cote du mur, sur le gravier fraichement etendu se trouvait le corps cadaverique inanime du General plonge dans la boue et dans le ciment.

La photographie du mur se trouvait le jour suivant dans tous les journaux du pays. Les travaux de construction de la route s’arreterent. La route redevint un quartier. Les petites tables furent depoussierees et a nouveau sorties. Les fenetres s’ouvrirent a nouveau, les enfants commencerent a taper dans la balle. L’odeur du tsipouro et de la soupe aux haricots inonda a nouveau le quartier. Mais la plus forte odeur venait du mur autour duquel se trouvaient des pots de fleurs qu’on avait places la, des roses dans des pots de fer-blanc, des cyclamens dans des cruches felees, des belles-de-nuit, des hortensias. Et une chaise a bascule qui chaque soir allait en avant, en arriere, en avant, en arriere…

Nouvelle parue dans le journal chypriote Haravgi le 29 janvier 2009
et dans la revue Nea Epohi (n°299, hiver 2008-2009)

Trad. Jean-Marc Laborie

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Ευχαριστώ το kypriakablogs

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο kypriakablogs για την προβολή μέσω του blog τους του βιβλίου μου... Με τέτοιες πράξεις ο πολιτισμός πάει μπροστά ... και εμείς μαζί του ...

"Μέσα στα πλαίσια της αναδημοσίευσης σημαντικών κατά την γνώμη μου αναρτήσεων από την Κυπριακή μπλογκόσφαιρα, θα αποφύγω τις αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου. Θα προβληθούν από εδώ κυρίως θέματα που άμεσα ή έμμεσα προβάλλουν τον ίδιο τον πολιτισμό ή τα προβλήματα του. Και εννοώ τον πολιτισμό με την ευρύτερη έννοια του όρου.



Σήμερα θα παρουσιάσω την τελευταία ανάρτηση από το μπλογκ "Αφηγήσεις..." του Γιάννου Ιωάννου. Πρόκειται για την παρουσίαση μέρους του βιβλίου του "Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη".

Δυστυχώς δεν κατάφερα να μεταφέρω και εδώ το μέρος του όμορφου βιβλίου του, που μας αφήνει ο Γιάννος να γευτούμε. Όμως μπορείτε να το δείτε στο μπλογκ του ή εδώ.



Καλοδιάβαστο! "

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Περιοδικό ΟΚ

Το εβδομαδιαίο περιοδικό ΟΚ (16-23/1/2010) - έκδοση Κύπρου - παρουσιάζει το βιβλίο μου. Ευχαριστώ τη σύνταξη του περιοδικού.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Κυκλοφόρησε

Το βιβλίο μου με τίτλο "Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη" - βρίσκεται ήδη σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία (Σολώνειον,Μετρό,Oxford Bookshop,Tsiakkas, Άποψη,Χρ. Φιλιππίδης, Academic, Hilton Bookshop, Mavrommatis, MAM, New Editions, P.M.TH. Bookshop, Αγ. Σπυρίδωνας, Λεμεσός, Βιβλιοπωλείο Οδηγητής, Angelos Bookshop κλπ), κέντρα τύπου και μεγάλα περίπτερα σε Κύπρο και Ελλάδα.
------------------------------------------------------------------------------------
Ο εκδοτικός οίκος Power Publishing Ltd έχει δημιουργήσει και σχετική ιστοσελίδα:

http://www.power-books.net/index.php?page=book&bid=1193

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Το Περιοδικό "Π"

Το εβδομαδιαίο Κυπριακό περιοδικό "Π" δημοσιεύει στην τελευταία του έκδοση της 15ης Ιανουαρίου την κριτική άποψη του για το βιβλίο μου. Λίγα λόγια και σταράτα ... Ευχαριστώ τη σύνταξη και ιδιαίτερα την Κα Κωνστάντια Δημητριάδου, Αρχισυντάκτρια... Συλληπητήρια για τον άδικο χαμό του Άντη

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Καινούριο Διήγημα

Ενα καινούριο μου διήγημα - στο πνεύμα των Χριστουγέννων - δημοσίευσε την ημέρα των Χριστουγέννων η ημερήσια Κυπριακή Εφημερίδα "Πολίτης".
 

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Το καινούριο μου βιβλίο είναι έτοιμο

-----------------------------------------------------------------------------------------



Η συλλογή μου με τα διηγήματα "Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη" είναι επιτέλους στα χέρια μου !
Ρίξτε μια ματιά και στο σποτ !!! -
http://www.youtube.com/watch?v=16hZDTcbg_g

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Περιοδικό Νεα Εποχη


Το Χειμμωνιάτικο Τεύχος του τριμηνιαίου Πολιτιστικού περιοδικού "Νεα Εποχή" δημοσιεύει το διήγημα "Ο Στρατηγός"

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Νέο Διήγημα







Το πιο κάτω διήγημα δημοσιέυθηκε στην ημερήσια Κυπριακή Εφημερίδα "ΧΑΡΑΥΓΗ" / 28-01-2009, καθώς και στην ημερήσια Κυπριακή εφημερίδα "ΑΛΗΘΕΙΑ" / 28-01-2009. Ευχαριστώ τη σύνταξη των πιο πάνω εφημερίδων.
--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Στρατηγός



Η πιο όμορφη γειτονιά της πόλης. Μια φτωχογειτονιά. Καμιά εικοσαριά χαμόσπιτα, μισογκρεμισμένα, ασοβάτιστα, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Ένας τοίχος τα χώριζε και αυτός μονός. Σε δυο σειρές. Η μια αντίκρυ στην άλλη.

Τα απογεύματα η γειτονιά γέμιζε με ζωή. Τα παιδιά άρχιζαν το κλωτσητό της μπάλας, οι γειτόνισσες άπλωναν τα ασπρόρουχα να στεγνώσουν, λίγο πιο μετά διάβαζαν την τύχη τους στο φλυτζάνι και στην άκρη ο πραματευτής διαλαλούσε τις πραμάτειες του. Τα βραδάκια η γειτονιά γινόταν σαν υπαίθριο καφενείο. Τα τραπεζάκια έβγαιναν έξω και οι μυρωδιές των φαγητών σου έσπαγαν τη μύτη. Φασολάδα στο ένα τραπέζι, μαρίδα στο άλλο, μπάμιες στο απέναντι, τσίπουρο και ουζάκι.

Εργάτες στη φάμπρικα, χαμάληδες στο λιμάνι, παραδουλεύτρες στα αρχοντόσπιτα, μοδίστρες. Μια οικογένεια σε μια γειτονιά. Με τα ίδια βάσανα με τους ίδιους καημούς. Ακόμη και στις αρρώστιες. Αν αρρωστούσε ένας σε μια βδομάδα όλοι θα αρρωστούσαν. Συμπαράσταση....

Ο μόνος που δεν αρρωστούσε ήταν ο Στρατηγός. Δεν ήταν ακριβώς στρατηγός αλλά έτσι τον φωνάζαν. Τι να γύρευε ένας στρατηγός σε μια τέτοια γειτονιά ? Δεκανέας ήταν στον μεγάλο τον πόλεμο. Και είχε αποστρατευτεί. Στα εξήντα του. Με σύνταξη από το Υπουργείο Άμυνας. Με τραύματα στην πλάτη.

Ο στρατηγός δεν έβγαζε τραπεζάκι στην αυλή. Δεν είχε χώρο μπροστά από το σπίτι του. Είχε τις γλάστρες του. Τριαντάφυλλα σε τενεκέδες, κυκλάμινα σε μισοσπασμένες στάμνες, ορτανσίες, νυχτολούλουδα...Τα λάτρευε. Τα ράντιζε, τα πότιζε και αλίμονο στην μπάλα που θα πήγαινε προς τα ‘ κει. Είκοσι είχε μαζέψει. Δεν μιλούσε πολύ ή μάλλον καθόλου. Κάποιοι άντρες εκεί στη γειτονιά πήγαν να τον κεράσουν τσιγάρο και αυτός τους έδιωξε. Το ίδιο έκανε και με κάποιες κυράδες που του πήγαν μαγειρευτό φαί για να φάει. Και αυτές τις έδιωξε. Καθόταν όλη μέρα σε μια κουνιστή καρέκλα που μάζεψε από τον σκυβαλλότοπο και αγνάντευε τον κήπο του.

Το σχοινί που άπλωναν τα ασπρόρουχα βγήκε ή μάλλον το έβγαλαν. Οι υπάλληλοι του Δημαρχείου. Η μακρόστενη αυλή γέμισε με εργάτες, εσκαφείς και μπουλντόζες. Φορτηγά πηγαινοέρχονταν μεταφέροντας τσιμέντο, άμμο, χαλίκια, τούβλα... Η πολεοδομία έφτιαχνε δρόμο.

Η γειτονιά ξεσηκώθηκε. Μαζί της και η σκόνη. Δεν μπορούσες να ανοίξεις παράθυρο. Τα σπίτια γέμιζαν με σκόνη, γέμιζαν με τις φωνές των εργατών, με τις βρισιές των μηχανοδηγών και των φορτηγατζήδων. Η επιτροπή που πήγε στο Δήμαρχο γύρισε άπρακτη. Ο δρόμος έπρεπε να γίνει. Η περιοχή έπρεπε να αναπτυχθεί ....

Ακόμη και ο στρατηγός καθόταν τα βράδια με τους υπόλοιπους και άκουγε τα παράπονα. Άκουγε μόνο. Ποτέ δεν μιλούσε. Τις γλάστρες του τις μάζεψε και τις έβαλε στο σπίτι. Και κλείστηκε και αυτός σε αυτό. Παρέα με τις γλάστρες του.

Από τη μέρα που άρχισαν οι εργασίες για την κατασκευή του δρόμου η γειτονιά άλλαξε και μαζί της και οι άνθρωποι. Έγιναν ξένοι. Κανένας δεν μιλούσε με τον άλλο. Οι γειτόνισσες τα απογεύματα σταμάτησαν να διαβάζουν την τύχη τους στο φλιτζάνι, τα παιδιά σταμάτησαν την μπάλα και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Κάποιοι πιο μεγάλοι πιάστηκαν στα χέρια. Στο νοσοκομείο κατέληξαν…. Τα βράδια άκουγες τα αντρόγυνα να τσακώνονται και η αστυνομία που ποτέ δεν επισκέφθηκε τη γειτονιά άρχισε τις πεζές περιπολίες. Μάζεψαν και ένα νεαρό. Χασίσι κάπνιζε…

Ο Στρατηγός αμίλητος. Καθόταν στο άνοιγμα της πόρτας του και έβλεπε. Είχε αδυνατίσει. Το πρόσωπο του είχε κιτρινίσει. Κοκαλιάρης. Μέρα και νύχτα στην κουνιστή καρέκλα που είχε μαζέψει από τον σκυβαλλότοπο. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε …. Μόνο τα μάτια του άλλαξαν χρώμα. Έγιναν πιο μαύρα, πιο σκοτεινά, πιο θυμωμένα…

Εκείνο το πρωί στη γειτονιά κανένας δεν πήγε δουλειά. Εκείνο το πρωινό κανένα φορτηγό δεν πέρασε να φέρει χαλίκια. Εκείνη τη μέρα κανένας εκσκαφέας δεν έβαλε μπρος, κανένας εργάτης δεν έπιασε δουλειά…

Στη μέση του μισοτέλειωτου δρόμου βρισκόταν ένας τοίχος. Ένας τοίχος από τούβλα από τη μια πλευρά των σπιτιών μέχρι την αντίκρυ. Δυο μέτρα ύψος. Δίπλα από τον τοίχο, πάνω στο φρεσκοστρωμένο χαλίκι βρισκόταν το άψυχο κουφάρι του Στρατηγού βουτηγμένο στη λάσπη και στο τσιμέντο.

Η φωτογραφία του τοίχου βρισκόταν την άλλη μέρα σε όλες τις εφημερίδες της χώρας. Οι εργασίες κατασκευής του δρόμου σταμάτησαν. Ο δρόμος ξαναέγινε γειτονιά. Τα τραπεζάκια ξεσκονίστηκαν και βγήκαν ξανά έξω. Τα παράθυρα άνοιξαν ξανά, τα παιδιά άρχισαν το κλωτσητό της μπάλας. Η μυρωδιά του τσίπουρου και της φασολάδας ξαναπλυμμίρισε τη γειτονιά. Η πιο δυνατή όμως μυρωδιά ερχόταν από τον τοίχο όπου γύρω του βρίσκονταν τοποθετημένες γλάστρες, τριαντάφυλλα σε τενεκέδες, κυκλάμινα σε μισοσπασμένες στάμνες, νυχτολούλουδα, ορτανσίες. Και μια κουνιστή καρέκλα που κάθε βράδυ πήγαινε πέρα-δώθε, πέρα – δώθε …

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008


Τα επόμενα δύο αφηγήματα-διηγήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "ΑΝΕΥ" - τεύχος Φθινοπώρου 2008. Τις ευχαριστίες μου στον Κο Γιάννη και Ντίνα Κατσούρη, εκδότες του περιοδικού. Καλή ανάγνωση....
----------------------------------------------------------------
Το πιο κάτω διήγημα-Η Ιθάκη- επιλέχθηκε από την Ελληνίδα Σκηνοθέτη Λουκία Ρικάκη για να συμμετάσχει στα πρώτα γυρίσματα της νέας της ταινίας με τίτλο "You my Mirror" - http://youmymirror.blogspot.com/. Τα γυρίσματα έγιναν στην Αθήνα στο τέλος Μαίου.

H Ιθάκη

Εννιά χρόνια στο σχολείο τα ίδια και τα ίδια. Δεκαέξι χρονών είχε γίνει. Και ενενήντα τόσα κιλά... Τα γράμματα δεν τα έπαιρνε. Σκράπας. Του άρεσαν μόνο τα παραμύθια, αυτά που λένε οι γιαγιάδες στα εγγονάκια τους. Στο σχολείο πήγαινε μόνο για να φάει το σάντουιτς που αγόραζε στο διάλειμμα. Έτσι έλεγαν όλοι στο χωριό.
Μαζί μας δεν έπαιζε ή μάλλον εμείς δεν τον παίζαμε. Τα απογεύματα πήγαινε μόνος στο ποτάμι κι’ έριχνε πέτρες μέσα σε αυτό. Του άρεσε να τις ακούει να κτυπάνε στο νερό, καθώς βούλιαζαν.

Ο Οδυσσέας είχε γίνει ο αγαπημένος του ήρωας. Τον πινόκιο, την κοκκινοσκουφίτσα, τα τρία γουρουνάκια τα ξέχασε... Η Τροία, ο Αχιλλέας, ο δούρειος ίππος απόχτησαν νόημα ... και ομορφιά. Τόση ομορφιά δεν ξανάδε. Η καινούρια καθηγήτρια της αρχαιογνωσίας έλαμπε, μοσχοβολούσε σαν φρεσκοκομμένο γιασεμί. Τα λόγια της σαν μουσική ακουγόταν στα αυτιά του, οι λέξεις στον πίνακα ζωγραφιές του φαίνονταν και αυτή, ολόιδια η Χιονάτη. Και αυτός ο πρίγκιπας που την ξύπνησε... Τον είχε μαγέψει.

Είχε χάσει τον ύπνο του, και τον ξύπνιο του...

Αυτή μιλούσε και αυτός κρεμόταν από τα χείλη της. Η Κίρκη δεν ήταν πλέον μάγισσα. Είχε γίνει η καλή νεράιδα του παραμυθιού. Το Αιγαίο γαλάζιο, σαν τα μάτια της πρωτευουσιάνας. Και ο ήλιος πάνω από το νησί των Φαιάκων χρυσαφένιος, σαν τα μαλλιά της. Ο Ποσειδώνας φίλος του, κολλητός του. Όπως και ο Κύκλωπας.

Έγραφε συνέχεια. Ούτε σάντουιτς θυμόταν να φάει...Το ποτάμι που έριχνε πέτρες και αυτό το ξέχασε. Τα βράδια στο σπίτι, έπαιρνε κρυφά το τετράδιο του και έγραφε. Έγραφε για τους συντρόφους του Οδυσσέα` γιατί τον δέσανε στο κατάρτι; Γιατί ο Οδυσσέας δεν αγκάλιασε το θερμό κορμί των σειρήνων; Γιατί δε γεύτηκε τους κόκκινους λωτούς ; Κόκκινοι, όπως η καρδιά του.... Περσεφόνη την έλεγαν.
Έγραφε γι’ αυτήν... Την πρωτευουσιάνα καθηγήτρια που ήρθε να κάνει το αγροτικό της στο κατσικοχώρι που αυτός ζούσε. Έγραφε για τα ζεστά χείλη της Κίρκης που ο Οδυσσέας ποτέ δεν γεύτηκε. Έγραφε για τον Πάρι που δεν θα έκλεβε την Ελένη αν ζούσε στο χωριό του...

Έγραφε μέρα και νύχτα. Αρμένιζε ...Τραβούσε και αυτός κουπί μαζί με τον Οδυσσέα... Οι λωτοί είχαν γίνει τριαντάφυλλα ... Έγραφε...το τετράδιο είχε γεμίσει... Η χρονιά είχε τελειώσει.... Μαζί της και το αγροτικό...

Δεν ξαναπήγε από τότε στο σχολείο. Πήγαινε μόνο κάθε μέρα στο ποτάμι. Δεν ξανάριξε πέτρες σε αυτό. Έκοβε μια σελίδα από το τετράδιο του. Την δίπλωνε, την έκανε βαρκούλα και την έβαζε στο ποτάμι... να πάει στην πρωτεύουσα ...στην Ιθάκη.

----------------------------------------------------------
Την Κυριακή


Στα μαύρα ήταν ντυμένη. Έξι μήνες πέρασαν από τη μέρα που έθαψε τον άντρα της. Είκοσι τόσα χρόνια πιο μεγάλος της, μπεκρής και αχαϊρευτος. Σαν κόρη του ήταν, τα μαλλιά του άσπρα και το πρόσωπο ρυτιδιασμένο, οργωμένο από ραγάδες όπως τα χωράφια τα άνυδρα. Τον πήρε κοντά του ο Θεός, χτικιό είπανε πως είχε …Αυτή λεπτή, γαλανομάτα, με μαλλιά μαύρα, πυκνά ίσαμε με τη μέση της. Με κορμί σαν λαμπάδα, άσπρη, όπως αυτές που κρατάμε το Πάσχα στην Ανάσταση…

« Ο Θεός να με συγχωρέσει » μονολόγησε όταν της χτύπησε την ξώπορτα για να την φιλέψει με λίγες ντομάτες από το περιβόλι του. Του άνοιξε την πόρτα και τον καλωσόρισε.
« Κόπιασε μέσα του είπε.» Κάθισαν στον ηλιακό. Τα σάλια του έτρεξαν, όταν του έφερε το γλυκό για να τον τρατάρει. Γλυκό όπως τα χείλη της. Αμύγδαλο όπως τα μάτια της…
« Να κάνεις υπομονή » της είπε. « Να’ σαι καλά» του αποκρίθηκε αυτή «και σε ευχαριστώ που με σκέφτεσαι».
Αυτό το τελευταίο του τάραξε τα σωθικά. Χαμήλωσε τα μάτια του. Η χαρά τον πλημμύρισε. Αναστέναξε. Έγλειψε τα χείλη του, ήπιε το νερό από το ποτήρι, την ευχαρίστησε και σηκώθηκε να φύγει. Δεν τον έπαιρνε να κάτσει περισσότερο. Στο σπίτι της χήρας ...
«Θα σε δω ελπίζω …» της είπε. Αυτή, τον κοίταξε στα μάτια και του έγνεψε καταφατικά. «Ναι θα είμαι εκεί» του είπε . Τον συνόδεψε ως την εξώπορτα. Αυτός βγήκε και ανηφόρισε το μονοπάτι για το κέντρο του χωριού.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμόταν. Και πώς να κοιμηθεί. Ερχόταν στα όνειρα του και αυτός τιναζόταν σαν γάτα που τις ρίξανε κρύο νερό. Θα την έβλεπε την Κυριακή. Και η Κυριακή ήταν μακριά, πολύ μακριά..

Οι καμπάνες της εκκλησιάς ξύπνησαν το χωριό. Οι πιστοί μαζεύτηκαν στην εκκλησία για την κυριακάτικη λειτουργία. Οι μυρωδιά του κεριού έσμιγε με την ευωδία του φρεσκοκαμένου λιβανιού και με τις χορδές της φωνής του ψάλτη. Κατάνυξη. Το σημερινό κήρυγμα ήταν για την έβδομη εντολή του Κυρίου . Ο παπάς πύρινος πάνω στον άμβωνα πετούσε σπίθες, τα λόγια του φωτιά:

"Προσέξετε λοιπόν γιατί ο πειρασμός της σαρκός είναι μεγάλος. Αντισταθείτε στο διάβολο που μεταμφιέζεται και προσπαθεί να σας παρασύρει σε ξένα κρεβάτια και αγκαλιές για να απολαύσει μέσω σας την ηδονή της αμαρτίας. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός …"

Το χωριό σιωπηλό να ακούει.
Έψαξε να την βρει, να την δει. Του είπε πως θα ερχόταν.

Και ναι, ήταν εκεί. Όπως πάντα ντυμένη στα μαύρα.

Και αυτός εκεί, και αυτός στα μαύρα. Ψηλά, πάνω στον άμβωνα.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Τα διηγήματα μου

-------------------------------------------------------------
Ευχαριστώ την ημερήσια Κυπριακή Εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ η οποία δημοσίευσε το πιο κάτω διήγημα μου στην έκδοση της 4ης Νοεμβρίου 2008

Η Βάρδια


«Ρε Γιώργη, αυτό το μήνα δεν θα τα καταφέρω με τη δόση. Έχω και τη μικρή στο Κολλέγιο . Ο μικρός μου θέλει μηχανάκι. Και αυτό το ρεζερβουάρ στο αμάξι για να γεμίσει χρειάζεται μια ώρα !. Μια ώρα, τόσο όσο χρειάζομαι για να ρθω από το σπίτι εδώ, στη δουλειά. Και άλλη τόση για να επιστρέψω πίσω. Ούτε ο Κολόμβος να’ μουνα... Και στο δρόμο όλο ατζαμήδες συναντώ και με τσαντίζουν. Τι γίνετε ρε παιδί μου, δίνουν στον κάθε ηλίθιο άδεια να οδηγεί. Στον καιρό μου....»

Ο Γιώργης εκεί να ακούει , δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, χωρίς να βαριέται. Ήρεμος. . .

«Άσε που η γυναίκα μου θέλει διακοπές. Λες και όλη μέρα στη δουλειά κάνει κάτι άλλο. Στο Δημόσιο δουλεύει, μαζί με τους άλλους τους χαραμοφάηδες... Δεν στο’ πα. O πατέρας μου αρρώστησε και τον πήρα σε οίκο ευγηρίας. Έφαγε τα ψωμάκια του και αυτός. Δεν μπορώ να τον πάρω στο σπίτι μου, έχω και κόρη αρραβωνιασμένη ξέρεις...Εσύ ρε Γιώργη καλά την έχεις. Καλά να φας καλά να πιεις, καλά να κοιμηθείς.»

Ο Γιώργης κούνησε το κεφάλι του. ‘Oπως έκανε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, χωρίς να βαριέται. Ήρεμος…

«Να δούμε τι θα γίνει με εκείνη την προαγωγή που μου τάξανε. Μάλλον θα την πάρει αυτός ο νέος που ήρθε πέρσι. Έχει διπλώματα μου είπαν. Τι διπλώματα και κουραφέξαλα. Έχει θείο απ’ την κορώνη. Ξέρεις ....»

Ο Γιώργης εκεί. Κρεμόταν από τα χείλη του. Όπως έκανε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Δεν ήθελε να χάσει λέξη.

«Γέμισε ο τόπος πούστηδες ρε Γιώργη, και ξένους, μαύρους, Κινέζους, κλέφτες και πουτάνες. Τώρα που μιλάμε για πουτάνες, έχει φέρει μία εκεί στη γειτονιά αυτός που έχει την μπιραρία. Άστα . Μόνο να τη δεις σου τρέχουν τα σάλια. Έτσι δεν την έπαθε και ο αδελφός μου, που τα μπλέξε με μια τέτοια και τους παράτησε όλους στο σπίτι και έφυγε. Με παίρνει κάνα τηλέφωνο στα κρυφά για να μάθει για τα παιδιά του...»

Σταμάτησε να μιλά. Ο Γιώργης είχε αποκοιμηθεί στο κρεβάτι του. Ήρεμος όπως ήταν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Τον σκέπασε με το σεντόνι. Προχώρησε προς την έξοδο. Έσβησε το φως. Βγήκε στο διάδρομο. Κλείδωσε την πόρτα. Όλα τα δωμάτια κλειστά. Όλοι κοιμόνταν. Μόνο αυτός είχε βάρδια απόψε.

...Από τη ζωή του Ανδρέα. Νοσοκόμου στην ψυχιατρική πτέρυγα του Νοσοκομείου Λευκωσίας.





---------------------------------------------------